Βρίσκεστε Εδώ
Αρχική Σελίδα > Άλλα > Fan Made > FanFiction: Supernatural 13×01 – Lost n Found

FanFiction: Supernatural 13×01 – Lost n Found

 

To helatus για την 13η σεζόν είναι πραγματικά δύσκολο. Μετά το σοκαριστικό φινάλε της 12ης σεζόν, ο Σαμ βρίσκεται μαζί με τον αδερφό του Ντιν σε μια κατάσταση που δεν έχουν ξαναβρεθεί. Η μητέρα τους παγιδευμένη με τον Εωσφόρο σε ένα εναλλακτικό Μεταποκαλυπτικό σύμπαν και ο Κας νεκρός από τα χέρια του Διαβόλου. Ο Γιος του Λούσι κυκλοφορεί ελεύθερος και τώρα οι Winchesters πρέπει να διαχειριστούν την κατάσταση ψυχικά και σωματικά. Η φίλη της σελίδας μας, Μαριάννα, αποφάσισε να δημιουργήσει ένα fanfiction για το 1ο επεισόδιο της 13ης σεζόν το οποίο μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω:

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Σιωπή. Μια θορυβώδης σιωπή επικρατεί στην αυλή του μοναχικού σπιτιού. Το δάσος, κοιμισμένο, προσπαθεί να ονειρευτεί όμορφες ιστορίες, ιστορίες που θέλησαν να ζωντανέψουν αλλά η Μοίρα δεν άφησε. Η λίμνη, απλώνει μεγαλοπρεπώς τα κρυστάλλινα νερά της που τόσο εύθραυστα φέρουν πάνω τους το πρόσωπο του ολόγιομου φεγγαριού. Τίποτα δε θυμίζει την ατμόσφαιρα που αποπνικτικά κυριαρχούσε πριν από λίγες στιγμές. Στιγμές απελπισίας που γέννησαν νέες στιγμές ακόμα πιο οργισμένες και απελπισμένες Το μοναχικό σπίτι, το κοιμισμένο δάσος, η κρυστάλλινη λίμνη, η Πανσέληνος, έχουν κιόλας ξεχάσει τι συνέβη μπροστά στα μάτια τους, έχουν βιώσει τόσα και τόσα μα δεν σκίρτησαν, τώρα θα το κάνουν;

Ο άντρας με το κενό πρόσωπο φαίνεται να μην έχει ξεπεράσει αυτά που έζησε. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Είναι άξιο θαυμασμού το πόσο γεμάτος από ζωή ήταν πριν από λίγο, είναι άξια θαυμασμού όλα αυτά τα ζωηρά αισθήματα που ξεχείλιζαν από μέσα του πριν από μόλις λίγες στιγμές σε αντίθεση με το τώρα. Τώρα, ήταν άδειος, το ήξερε καλά αυτό το συναίσθημα, τώρα ήταν απόλυτα κενός. Απόλυτα κενός για ακόμη μία φορά. Για ακόμη μία φορά είχε χάσει τα πάντα και το χειρότερο, για ακόμη μία φορά ήτανε μόνος.

Όχι, όχι δεν ήταν μόνος. Υπήρχε ακόμη ένα άτομο, το μοναδικό άτομο που εμπιστεύθηκε και αγάπησε περισσότερο από την ίδια του τη ζωή. Και τον χρειαζόταν. Και οι δύο χρειάζονταν ο ένας τον άλλον, τώρα, όσο ποτέ άλλοτε. Είχαν θρηνήσει και παλιότερα…αν κάτι ήξεραν να κάνουν καλά, αυτό ήταν να θρηνούν. Είχαν περάσει ξανά απίστευτα βάσανα, στα οποία ένας απλός άνθρωπος με τίποτα δε θα άντεχε, και τα αντιμετώπισαν μαζί, μαζί θα αντιμετώπιζαν και τώρα οτιδήποτε τους επιφυλάσσει το μέλλον. Έπρεπε να τον βρει, να τον αγγίξει, να πάρει δύναμη από αυτόν.

«Ο αδερφός μου! Πρέπει να βρω τον αδερφό μου!» και ευθύς σηκώθηκε, μπήκε τρέχοντας μέσα στο μοναχικό σπίτι, αφήνοντας πίσω έστω για μια στιγμή, τη φρίκη και την απελπισία.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Οι σκέψεις του φτερουγίζουν στα λεπτά που πέρασαν. Ανεβαίνει τα σκαλιά και φέρνει στο μυαλό του όσα συνέβησαν σήμερα. Τι ημέρα κι αυτή. Γεμάτη ένταση και αγωνία, όπως ακριβώς τους ταιριάζει. Κατάφεραν με επιτυχία να αποκρούσουν έναν εχθρό δυνατό, οι δυνάμεις του οποίου θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για καλό σκοπό.

Όμως η Μοίρα είχε άλλα σχέδια. Χα. Ποια Μοίρα; Εκείνη η ξανθιά με τα γυαλιά και το αγχώδες βλέμμα να προλάβει να καθορίσει το μέλλον όλων. Άρα ήταν γραφτό, όλη αυτή η δυστυχία που ακολουθεί εκείνον και τον αδερφό του είναι γραμμένη και καθορισμένη εδώ και πολλά χρόνια. Μα, πως μπορεί να σκέφτεται αυτά τα πράγματα όταν έχει συναντήσει Τον Ίδιο το Θεό; Θα πρεπε να είναι γεμάτος ελπίδα και πίστη σε Αυτόν. Ποιος είπε ότι δεν είναι; Απλά, μερικές φορές , δεν ξέρει τι να πιστέψει.

Να, για παράδειγμα απόψε. Τη μια στιγμή είναι ευτυχισμένος μαζί με την πολυαγαπημένη του οικογένεια και την άλλη, χάνει τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Μάλλον πρέπει να παραδεχτεί ότι αυτό που αποκαλείται “ευτυχία” δε θα ριζώσει ποτέ στις ζωές αυτού και του αδελφού του. Ο Dean… Τον άφησε κάτω μαζί με…Ξαναφέρνει στο νου του την εικόνα. Αυτή τη μισητή εικόνα, που προκλήθηκε από ένα πιο μισητό ον, αυτόν…

Ο Sam επανέρχεται απότομα στην πραγματικότητα Μπροστά του, το νεκρό σώμα της Kelly. Με αργά βήματα την πλησιάζει και τη βοηθά να κλείσει για τελευταία φορά τα μάτια της. Άλλη μια ιστορία που έληξε άδοξα.

Το δωμάτιο γίνεται ασφυκτικό, ο Sam νιώθει πως δεν τον χωρούν οι τέσσερις τοίχοι. Συγκρατείται Δεν υπάρχει κανένα νόημα αφελούς ξεσπάσματος. Πρέπει να συμμαζέψει τον διαλυμένο του αδελφό και μαζί τα κομμάτια της για ακόμα μια φορά διαλυμένης ψυχής του. Έχουν τόσα πολλά να κάνουν οι δυο τους, οφείλουν ο ένας στον άλλον να παραμείνουν δυνατοί και να…

Κάτι έσπασε. Γυαλί; Ή μήπως όχι; Ο Sam ξέρει πολύ καλά ότι είναι μόνος του στο σπίτι. Κάποιος, κάποιος είναι στο διπλανό δωμάτιο. Κι άλλος θόρυβος. Με προσεκτικά και αθόρυβα βήματα, ο Sam πλησιάζει το δωμάτιο. Στο πάτωμα σχηματίζονται φωτεινά ίχνη. Σκοτάδι. Με κομμένη την ανάσα κοιτά κλεφτά το εσωτερικό του δωματίου. Είναι τόσο σκοτεινά κι όμως αισθάνεται μια ξένη παρουσία. Γυρίζει το κεφάλι του και με την άκρη του ματιού του το βλέπει. Είναι εκεί, υπάρχει ένα πλάσμα κρυμμένο κάτω απ’ το τραπέζι, κολλημένο στον τοίχο. Η ακτίδα του φεγγαριού που εισβάλει από το παράθυρο, δίνει στο πλάσμα μια τρομακτική όψη. Τρομοκρατημένος ο Sam, παγώνει και στέκει άβουλα στην είσοδο. Έχει ανθρώπινη μορφή αλλά…τα μάτια. Αυτά τα λαμπερά μάτια που τον καρφώνουν τον κάνει να τα χάσει ακόμη περισσότερο.

Η πιο αναπάντεχη σκέψη περνά από το μυαλό του Sam ενώ το πλάσμα συνεχίζει να τον καρφώνει μ’ αυτό το κεντρισμένο βλέμμα λες και βλέπει όχι εκείνον αλλά μέσα στην ίδια του τη ψυχή.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Ο Dean ανεβαίνει γοργά τα σκαλοπάτια. Για όνομα, θέλει να φύγουν από αυτό το μέρος αυτή τη στιγμή. Το όμορφο αυτό σπίτι που έμελλε να αποτελέσει πηγή χαράς και αισιοδοξίας είχε μετατραπεί τόσο ξαφνικά σε τόπο απέχθειας και αποφυγής.

Φτάνοντας στο κεφαλόσκαλο, σταματά απότομα. Ο Sam βρίσκεται ακίνητος μέσα σ’ ένα δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου. Από ότι φαίνεται, δεν τελείωσε η αποψινή δυστυχία. Ο αδελφός του έχει παγώσει εντελώς, ό,τι κι αν έχει δει δεν είναι καθόλου καλό.

– Sam! Όλα εντάξει; ρωτάει ο Dean με ένα ερευνητικό ύφος.

– Dean! Τραυλίζει ο Sam. Κάθε στιγμή που περνά μ’ αυτό το αναπάντεχο βλέμμα, αισθάνεται όλο και πιο αδύναμος.

Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα το πλάσμα σηκώνεται, απλώνει το δεξί του χέρι και απωθεί τον Sam ο οποίος χτυπά με δύναμη πάνω στην ξύλινη κουπαστή.

– Sammy! Φωνάζει ο Dean τρέχοντας προς τον μικρό του αδελφό.

– Ει..Είμαι καλά. Αρθρώνει με κόπο ο Sam. Το τέρας. Μη σου ξεφύγει!

O Dean κατευθύνεται με μανία στο ανθρωποειδές. Είχε περάσει τόσα πολλά σήμερα, ένα παιδάκι δεν μπορούσε να του κάνει τίποτα. Όμως έχει ξεχάσει πως δεν πρόκειται για ένα απλό παιδί…

Μ’ ένα σάλτο ξαπλώνει στο πάτωμα το πλάσμα. Προτού προλάβει όμως να κάνει οποιαδήποτε κίνηση, σωριάζεται σχεδόν αναίσθητος κάτω.

«Τι στο…» Ο Dean προσπαθεί μάταια να κινηθεί. Όσο όμως και να παλεύει, παραμένει κολλημένος στο πάτωμα ανήμπορος να αντιδράσει. Το πλάσμα δίπλα του, με μπερδεμένα βήματα φτάνει στο παράθυρο το οποίο και σπάει. Για μερικές στιγμές διαταράσσεται η γαλήνια νυχτερινή ησυχία της Φύσης. Βγάζοντας ένα εκκωφαντικό ουρλιαχτό, το μικρό τέρας ρίχνει μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο και στη συνέχεια χάνεται στο κενό.

Την ίδια στιγμή εμφανίζεται ο Sam που φαίνεται να έχει συνέλθει και μάταια επιχειρεί να προλάβει το παιδί. Κοιτώντας κάτω, διαπιστώνει με έκπληξη και φόβο ότι το πλάσμα έχει εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ούτε ένα ίχνος. Πίσω του, ο αδελφός του βρίσκει ξανά τις αισθήσεις του και τον ακούει να καταριέται την τύχη τους. Άλλη μία χαμένη μάχη, προστίθεται στη στενάχωρη τούτη νύχτα.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

«Άουτς!Ειλικρινά θα το πετάξω αυτό το κομοδίνο». Μουρμουρίζει ο Sam μισοκοιμισμένος. Αλήθεια πόσο καιρό είχε να κοιμηθεί έτσι; Πόσο καιρό είχε να κοιμηθεί, για την ακρίβεια…

Το κομοδίνο. Συχνά χτυπούσε το κεφάλι του σε αυτό. Έχει αυτήν τη συνήθεια, να κοιμάται ακριβώς στην άκρη του κρεβατιού. «Ο καθένας με τον πόνο του» σκέφτεται χαμογελώντας καθώς παρατηρεί το ξύλινο κομοδίνο. Ένα γυάλινο ποτήρι με λίγο νερό μέσα, του τραβάει την προσοχή. «Νερό;» αναρωτιέται. Και τότε θυμάται. Όλες οι ζωηρές μνήμες εισβάλουν επιτακτικά στο μυαλό του. Οι μνήμες από χτες το βράδυ. Ή μάλλον, σήμερα, τα ξημερώματα όταν κατάκοποι επέστρεψαν με τον αδελφό του στο Καταφύγιο, στο σπίτι τους. Έπεσαν κι οι δύο αμέσως για ύπνο, χωρίς να βγάλουν μιλιά. Ο Sam παραδόθηκε αμέσως σε έναν βαθύ και γλυκό ύπνο καθώς το κουρασμένο του σώμα προσπαθούσε να αποβάλει την ένταση των τελευταίων ημερών. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα όταν ο Dean αλαφιασμένος, άνοιξε απότομα την πόρτα και έσπευσε να καθησυχάσει τον μικρό του αδελφό.

– Άφησε τον! Σου ορκίζομαι ότι θα το πληρώσεις πολύ ακριβά αυτό που έκανες! Θα σε σκοτώσω, με ακούς; Θα σε σκοτώσω!

– Ήρεμα Sammy, ήρεμα. Έλα, κράτα το χέρι μου, όλα θα πάνε καλά. Στο υπόσχομαι, όλα θα πάνε καλά.

– Σε μισώ! Όλη μου τη ζωή, καταστρέφεις ό,τι πολυτιμότερο έχω. Σε μισώ! Σε μισώ!

– Είναι απλά ένα όνειρο. Πάει, τέλειωσε, έφυγε τώρα. Είσαι ασφαλής Sammy. Όσο εγώ είμαι εδώ, τίποτα κακό δεν πρόκειται να σου συμβεί. Έλα, σου έφερα λίγο νεράκι, δεν πρόλαβα να φτάσω στο μπαρ, κάποιος φώναζε πολύ…χαριτολόγησε ο Dean. Εγώ είμαι εδώ. Εγώ. Έλα Sammy, …κλάψε, κλάψε…

Και έκλαψαν. Μαζί, έκλαψαν, αγκαλιασμένοι και τα λεπτά έγιναν ώρες, και τα δάκρυα στέρεψαν, και δεν υπήρχαν άλλα για να κυλήσουν στα πονεμένα πρόσωπα τους. Ησυχία κυριάρχησε στο λιτό δωμάτιο. Ο Sam είχε αποκοιμηθεί από ώρα στην αγκαλιά του μεγάλου του αδελφού, ο οποίος τον ακούμπησε απαλά πίσω στο κρεβάτι του σκεπάζοντας τον με ευλάβεια και αφού βεβαιώθηκε πως ήταν πάλι ήρεμος, ο Dean σηκώθηκε και κίνησε για το δικό του δωμάτιο.

Προσπάθησε να κλείσει τα μάτια του, χάθηκε στις σκέψεις του μέχρι που ξέχασε προς στιγμήν τα βάσανα και τις έννοιες του. Αλλά αυτό δεν κράτησε παρά μόνο για μερικά, λυτρωτικά δευτερόλεπτα. Πέταξε αγανακτισμένος τα σκεπάσματα από πάνω του και με βήματα νευρικά έφτασε στην κουζίνα. Την επόμενη στιγμή, βρισκόταν στο μεγάλο, κεντρικό τραπέζι, σκίζοντας με δύναμη τη χάρτινη συσκευασία με το αγαπημένο υγρό.

Ένιωσε για πολλοστή φορά, τη γλυκιά γεύση της μπύρας να γεμίζει το στεγνό στόμα του και με ένα απαθές βλέμμα κοίταξε το χαραγμένο ξύλο που βρισκόταν μπροστά του. Τα αρχικά τους, σύμβολο αιώνιο… Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του Dean καθώς το μπουκάλι της μπύρας έγινε δύο γουλιές ελαφρύτερο.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

– Rise and shine Sammy! Καλημερίζει ο Dean με ευθυμία τον αδελφό του.

Μια βαριεστημένη ματιά, η απάντηση του Sam. Γεμίζει το φλιτζάνι του με καφέ και κάθεται αντικριστά απ’ τον Dean. Μια γουλιά είναι αρκετή.

– Έλεος Dean! Ξεστομίζει με δυσκολία, προσπαθώντας παράλληλα να κρατήσει το περιεχόμενο του φλιτζανιού στο στόμα του.

Ο Dean απευθύνεται με αυστηρό ύφος στην καφετιέρα: «Τώρα αποφασίζεις να εμφανιστείς;»

– Dean, από πότε είναι αυτός ο καφές; ρωτάει ο Sam αδειάζοντας όλο το υγρό στο νεροχύτη.

– Μμμ…για να δούμε. Αυτή την καφετιέρα, την έχασα γύρω στις 7:30. Μετά βρήκα μιαν άλλη και έτσι ξέχασα την πρώτη.

– Πώς μπορείς να ξεχάσεις μια καφ…, η ματιά του Sam πέφτει στη στοίβα με τα αδειανά μπουκάλια.

– Dean…αρχίζει μ’ ένα ψευτοεπικριτικό ύφος.

– Λοιπόοοον, αλλάζει άτσαλα κουβέντα ο Dean, κρίμα που πέταξες όλον τον καφέ, στοίχημα ότι ο Cas θα ξύπναγε με τη μία, αν του δίναμε λίγο.

Το πρόσωπο του Sam χλομιάζει μεμιάς. Στέκει μετέωρος, σχεδόν αποσβολωμένος με αυτό που μόλις άκουσε. Ο Dean με ένα ηλίθιο χαμόγελο κοτσαρισμένο στη μούρη, κοιτάζει μία αυτόν και μία τριγύρω. Ο Sam επιστρέφει στο τραπέζι με άβολες κινήσεις και ανοίγει το στόμα του να αρθρώσει κάτι. Προτού προλάβει όμως, ο Dean με έναν ουδέτερο τόνο στη φωνή λέει:

– Πάνε τέσσερα βράδια από τότε που έκλεισα έστω για πέντε λεπτά τα μάτια μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθώ σήμερα, όχι με τίποτα, και εσύ με βοήθησες να μείνω ξύπνιος με τους εφιάλτες σου. Παρεμπιπτόντως, ελπίζω να είσαι καλά τώρα, γιατί εκείνη τη στιγμή δεν ήσουν. Αφότου κοιμήθηκες, ήρθα εδώ και…ήπια Sam, ήπια ό,τι βρήκα μπροστά μου. Ξανά. Δεν είναι αυτό όμως το θέμα, άλλο είναι που με απασχολεί. Δεν..Δεν αισθάνομαι τίποτα. Δε νιώθω ούτε λύπη, ούτε θυμό, ούτε απόγνωση, τίποτα. Σκέφτομαι ότι η μαμά είναι εγκλωβισμένη σε εκείνον τον τρελόκοσμο με τον Lucifer και κανένα αίσθημα δεν αναδεύεται μέσα μου. Έκανα αυτό το…αστείο με τον Cas και ενώ εσύ φρίκαρες, εγώ δεν αισθάνθηκα τίποτα απολύτως. Μάλλον, δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμα όλα αυτά που έγιναν, και σε συνδυασμό με το ποτό, τα ‘χω κάνει χειρότερα. Το πιο παλαβό όμως ξέρεις ποιο είναι;

Ο Sam συνεχίζει να κοιτά με συμπόνια τον αδελφό του.

– Ξέρεις λέω, ποιο είναι το πιο παλαβό; ξανά ρωτάει με μια δόση πάθους ο Dean.

– Τι Dean, πες μου. Απαντάει ο Sam, λιγάκι έκπληκτος με την αλλαγή του τόνου του αδελφού του.

– Ότι δε με νοιάζει, συνεχίζει πιο ζωηρά τώρα ο Dean. Δε με νοιάζει που δεν νοιώθω τίποτα. Γιατί κουράστηκα να νοιάζομαι Sam. Κουράστηκα, βαρέθηκα! Κι όμως, την ίδια ακριβώς στιγμή, θέλω να νοιαστώ. Θέλω, θέλω να θρηνήσω Sammy, πραγματικά, αλλά αυτό που μου βγαίνει είναι…αδιαφορία; Τι,..δηλαδή;!…

Ο μεγάλος Winchester σκεπάζει το πρόσωπο του με τα χέρια του. Το μισεί όταν το παθαίνει αυτό. Το μόνο που θέλει είναι να πάρει την Impala και να οδηγήσει σαν να μην υπάρχει αύριο. Που δεν υπάρχει. Αυτό θα κάνει, θα μπει στην Impala και όπου τον βγάλει. Να πάρει τον Sam μαζί του; Όχι, καλύτερα να είναι μόνος. Αυτή η απόφαση του, φάνταζε ξαφνικά σαν τη σπουδαιότερη σκέψη που έχει κάνει σε όλη του τη ζωή. Ναι, ήταν πραγματικά μια εκπληκτική απόφαση και τίποτα και κανένας δε θα τον εμπόδιζε να την πράξει.

– Dean; Dean, που πας; ο Sam αρχίζει να έχει ένα άσχημο προαίσθημα. Ακολουθεί βιαστικά τον αδελφό του, ο οποίος κατευθύνεται αποφασιστικά στο γκαράζ. Λίγο πριν χωθεί μες στην Impala καταφέρνει να του πει:

– Dean, σε παρακαλώ πες μου τι έπαθες. Και ειλικρινά, μην τολμήσεις να κάνεις καμιά βλακεία, Dean!

– Κούλαρε Sammy! Χρειάζομαι επειγόντως λίγο…χώρο. Θα πάω μια μικρή βόλτα την Baby και μέχρι το απόγευμα θα είμαι πίσω για κερασόπιτα, είπε γελώντας ο Dean καθώς έβαζε μπρος τη μηχανή.

– Ναι καλά, τα έχω δει αυτά Dean, μην προσπαθείς να ξεφύγεις, έρχομαι μαζί σου. Dean! Ρε Dean!

– Κοίτα μη μου φέρεις κάνα κεκάκι! Είπα, κερασόπιτα!, ακούστηκαν από μακριά τα λόγια του Dean.

Ο Sam έμεινε να παρακολουθεί το αυτοκίνητο, μέχρι που χάθηκε από τα μάτια του. Και έμεινε μόνος στο γκαράζ, παρέα με τα υπόλοιπα αυτοκίνητα, κληρονομιά των Ανθρώπων των Γραμμάτων. Κλείνοντας με δυσφορία τα μάτια του, προσευχήθηκε να επιστρέψει ο αδελφός του ασφαλής ή γενικότερα να επιστρέψει, από όπου κι αν στο καλό πήγαινε. Έστριψε στη συνέχεια απρόθυμα το σώμα του και κίνησε για το εσωτερικό του σπιτιού.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Ήταν πρωί ακόμα όταν έφυγε άρον- άρον από το σπίτι. Τώρα που το ξανασκέφτεται, ήταν αρκετά παιδαριώδες να παρατήσει στα ξαφνικά τον Sam. Δεν είχε άλλη επιλογή όμως. Λίγο ακόμη και θα τα έκανε όλα άνω κάτω εκεί μέσα.

Βυθισμένος στις σκέψεις του, αλλά αρκετά πιο ήρεμος, ο Dean όργωνε με το Μωρό του τις αχανείς αμερικανικές πεδιάδες. Που και που, συναντούσε και κάποιο άλλο αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός τον κοιτούσε πάντα σαστισμένος μόλις τον πλησίαζε. Ίσως ευθύνονταν οι ροκιές που έπαιζαν στη διαπασών. Ένα ευχάριστο γέλιο βγήκε από μέσα του στη σκέψη αυτή. Dean και ροκ τραγούδια στη διαπασών πάνε μαζί.

Theres no where to run. No one can save me, the damage is done

έλεγε και ξανά έλεγε ο Bon Jovi.

Shot through the heart!

Χτύπημα στην καρδιά. Πόσα τέτοια είχε δεχτεί άραγε; Από τότε που γεννήθηκε μέχρι τώρα, όλο χτυπήματα στην καρδιά είναι. Σκληρά, βίαια, ολέθρια χτυπήματα που πότε δεν τον αφήνουν σε ησυχία αλλά είναι εκεί, είναι πάντα εκεί για να τον συντρίψουν. Στην αρχή πονούσε πολύ. Μετά το συνήθισε. Όλα μια συνήθεια είναι. Μια συνήθεια.

17:30. Έπρεπε να πάρει το δρόμο της επιστροφής αν ήθελε να φτάσει σπίτι εγκαίρως.

Δεν είχε πάντως παράπονο. Είχε όλη την ημέρα σχεδόν να ηρεμήσει και να σκεφτεί λογικά.

Διέσχισε ολόκληρες πεδιάδες, πέρασε μέσα από πυκνά δάση, αλήθεια, πόσο μακριά είχε ταξιδέψει; Κάποια μέρη του ήταν οικεία, κάποια άλλα όμως τα είδε για πρώτη φορά. Όπως εκείνο το μέρος όπου σταμάτησε πριν από λίγο. Ήταν πραγματικά μαγευτικό. Από τα δεξιά το βουνό έστεκε αγέρωχα και στα αριστερά απλωνόταν μια απέραντη χαράδρα γεμάτη από άκρη σε άκρη με ψηλά έλατα. Μόλις είδε το τοπίο να ξεχύνεται δίπλα του, ο Dean έκανε αμέσως στην άκρη και βγήκε από το αυτοκίνητο για να απολαύσει την εκπληκτική θέα. Δεν τα συνήθιζε κάτι τέτοια, αλλά εκείνη τη στιγμή, αισθάνθηκε πως θα ‘ταν κρίμα να προσπεράσει αυτό το θαύμα. Ο Dean ακούμπησε όπως συνήθιζε στο καπό του αγαπημένου το αυτοκινήτου και έμεινε να θαυμάζει το τοπίο, ίδιος πίνακας ζωγραφικής. Λίγα μέτρα μπροστά του βρισκόταν απειλητικά η άκρη του εδάφους σχηματίζοντας έναν απότομο και επικίνδυνο γκρεμό σμιλευμένο με μυτερούς βράχους που έδιναν στην όλη εικόνα μια όψη εχθρική και άγρια. Φτάνοντας προς τα κάτω όμως άρχιζαν οι πρώτοι θάμνοι, μικροί και μεγάλοι τους οποίους στη συνέχεια διαδέχονταν τα δέντρα, κυρίως έλατα και πολύ ψηλά κυπαρίσσια, απομακρυσμένα το ένα από το άλλο στην αρχή, πιο πυκνά έπειτα μέχρι που μπερδεύονταν το ένα με το άλλο και δημιουργούσαν αυτό το ονειρικό τοπίο που συνεχιζόταν μέχρι εκεί που δεν έφτανε το μάτι. Σε όλη αυτή τη μαγεία ερχόντουσαν να προστεθούν και οι αχτίδες του μεσημεριανού ήλιου, πορτοκαλιές και λαμπερές μετατρέποντας το θέαμα σε πραγματικά εκπληκτικό.

– Πρόσεχε που πας, βλαμμένε! Ακούστηκε η αγριοφωνάρα ενός οδηγού και στη συνέχεια αρκετές απρεπείς εκφράσεις.

«Νταξ’ τα ‘χω παίξει τελείως» μονολόγησε ο Dean ο οποίος είχε απορροφηθεί τόσο πολύ στις σκέψεις του που όχι μόνο παραλίγο να πέσει πάνω σε κάποιο όχημα αλλά αυτή τη στιγμή έχει βγει από τον δρόμο, καταπλακώνει τα περίεργα φυτά που είναι φυτεμένα σε αυτό το χωράφι και κατευθύνεται κατευθείαν πάνω σε ένα…σκιάχτρο. Με ένα εντυπωσιακό, στριφογυριστό φρενάρισμα που σίγουρα θα σακάτεψε τις ζάντες, ο Dean απέφυγε το κακομούτσουνο σκιάχτρο κάνοντας έναν τέλειο κύκλο γύρω από αυτό.

I’m on the highway to hell. On the highway to hell!

Έκλεισε αμέσως το ραδιόφωνο και για μερικά λεπτά, έμεινε ακίνητος, παρατηρώντας το απέραντο χωράφι και τον ατελείωτο δρόμο στον οποίο δεν υπήρχε ψυχή αυτή τη στιγμή. Και στην απόλυτη ησυχία κυριάρχησαν τα τρανταχτά γέλια του Dean που σκόρπισαν στη γύρω περιοχή.

«Τι ηλίθιος» σκέφτηκε γελώντας ακόμη. «Α ρε Dean, από σκιάχτρο θα πας;» είπε ενώ άνοιγε την πόρτα του αυτοκινήτου. «Όχι πως δεν ξανά συνέβη κάτι τέτοιο» πρόσθεσε καθώς θυμήθηκε εκείνη την υπόθεση πριν από πολλά χρόνια με το δαιμονισμένο σκιάχτρο. Γελώντας ακόμη, έσκυψε και έκοψε ένα φυτό, από τα χιλιάδες που ήταν εκεί. «Τι μαλακία είναι πάλι αυτό» αναρωτήθηκε ενώ περιεργαζόταν το νέο του απόκτημα. «Μια διασταύρωση μαρουλιού με σπανάκι και-» φέρνει το φυτό κοντά στη μύτη του «-χμ…βατόμουρο. Αυτό κι αν είναι περίεργο» είπε καθώς πέταγε το φυτό στο πίσω κάθισμα. «Ας πάμε σπίτι τώρα» άναψε και πάλι τη μηχανή και συνέχισε το δρόμο της επιστροφής.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

21:00 και ο Dean ακόμα δεν έχει επιστρέψει. Όχι πως πρόκειται να ‘ρθει πριν τις 23:00 αλλά ο Sam είχε εδώ και πολύ ώρα ένα άσχημο προαίσθημα. Καθησύχασε τον εαυτό του με τη σκέψη ότι όλα ήταν μια χαρά και αυτός ανησυχούσε χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Προσπάθησε να απασχοληθεί με τη βραδινή τηλεόραση αλλά μάταια.

Σε μια εκπομπή, προσπαθούσαν να αναλύσουν την συμπεριφορά των λουλουδιών με ή χωρίς ήλιο- πραγματικά πληκτικό, σε μια άλλη μια ονειροπαρμένη δημοσιογράφος δοκίμαζε τα κοκτέιλ μιας νέας αλυσίδας μπαρ, ειδήσεις, ένα talk show με κάποιον Martin Freeman, εκπομπή τηλεπώλησης ταψιών, ανακοίνωση κάποιου 13ου Doctor- παρακολουθούσε αλλά το μυαλό του δεν ήταν εκεί. Οι μνήμες από την προηγούμενη βραδιά ήταν ακόμη νωπές και τον στοίχειωναν όπως και θα συνέχιζαν να τον στοιχειώνουν για πολύ καιρό. Συν τοις άλλοις, είχε να ανησυχεί και για τον Dean, ο οποίος είχε πράγματι αργήσει να επιστρέψει.

Έντεκα και είκοσι δύο πρώτα λεπτά. Ο Sam ετοίμασε μηχανικά ένα πρόχειρο δείπνο από ό,τι είχε απομείνει στο ψυγείο τους. Ευτυχώς η σύντομη μεν, πολύτιμη δε παραμονή της μητέρας τους εκεί, τους είχε προμηθεύσει με αληθινό φαγητό και όχι τις σαβούρες που χλαπάκιαζαν συνήθως. Το ζεστό κρέας με το ρύζι περίμεναν υπομονετικά στα λευκά τους πιάτα αλλά δεν φαγώθηκαν ποτέ. Ο Sam συνειδητοποίησε ότι δεν είχε καμία όρεξη να φάει, ήθελε απλά να γυρίσει ο αδελφός του. Και περίμενε για ώρες στην ίδια ακριβώς θέση. 24:00. 01:30. 02:00. 02:30. Κόντευε τρεις τα ξημερώματα πια όταν ο Sam είχε πειστεί ότι ο αδελφός του δεν θα επέστρεφε αυτό το βράδυ. Με ξεψυχισμένα βήματα πήγε στο δωμάτιο του- η αϋπνία των τελευταίων ημερών δεν του άφηνε άλλα περιθώρια- και με βαριά καρδιά έκλεισε τα μάτια. Το ένστικτο του έλεγε ότι κάτι πολύ κακό είχε συμβεί στον αδελφό του και είχε την εντύπωση ότι δε θα τον έβλεπε ούτε το επόμενο, ούτε το μεθεπόμενο βράδυ. Πόσο δίκιο είχε…

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

12η ημέρα. Πρωί. Γύρω στις 9:00 σε ακόμη ένα κρύο παγκάκι. Μία μητέρα περνά από δίπλα του και απομακρύνει τα παιδιά της. Το αηδιασμένο ύφος ενός κοστουμάτου κυρίου τον κάνει να ανασηκωθεί απ’ τη θέση του. Ρίχνει μια ματιά στα ρούχα του, ακριβώς τα ίδια εδώ και δύο εβδομάδες με μια σιχαμερή μυρωδιά αλκοόλ, σκουπιδιών και υπόγειων μουχλιασμένων δωματίων. Πως κατάντησε έτσι…

Κυριολεκτικά, πώς κατάντησε έτσι;

Ο Dean τεντώνει τους πιασμένους του μυς. Σηκώνεται και αρχίζει να περπατά κατά μήκος του πλακόστρωτου δρόμου. Γύρω του, τα μαγαζιά υποδέχονται τους πρώτους πελάτες, όλοι δείχνουν τόσο χαρούμενοι. Βέβαια λιγότεροι από τους μισούς ήταν πράγματι χαρούμενοι, αλλά το ναρκωμένο ακόμα μυαλό του Dean δεν αντιλαμβάνεται τη διαφορά.

Η μυρωδιά φρεσκοψημμένης τυρόπιτας του τραβάει την προσοχή. Χωρίς να το σκέφτεται, μπαίνει μέσα στην πρώτη καφετέρια που συναντά. Μπροστά του απλώνονται κάθε λογής σφολιατοειδή και σάντουιτς που θα μπορούσε να φανταστεί. Κάνει μια γύρα το μενού, όταν η ματιά του πέφτει πάνω σε μια λαχταριστή πίτα με βατόμουρο. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ζητά όλη την πίτα, μαζί με έναν εσπρέσο σκέτο. Ο συμπαθητικός υπάλληλος αφήνει τα πολύτιμα φαγώσιμα πάνω στον πάγκο και περιμένει την αμοιβή του.

-5.20$ ενημερώνει τον Dean πως κοστίζει το πρωινό του.

Ο Dean σκάει ένα χαμόγελο ως τα αφτιά. Λεφτά. Χρειαζόταν χρήματα για να φάει, που να βρει τα χρήματα; Ψαχουλεύει νευρικά τις τσέπες του ενώ ο υπάλληλος αρχίζει να γίνεται ανυπόμονος. Λεφτά, λεφτά, που να βρει λεφ… Σοκαρισμένος ο Dean συνειδητοποιεί ότι είναι ένα κινητό ATM. Που βρέθηκαν τα 5000$ και γιατί είναι στην τσέπη του; Αρπάζει άτσαλα ένα χαρτονόμισμα και το δίνει όσο πιο φυσιολογικά γίνεται στον υπάλληλο ο οποίος τώρα τον κοιτά με μισό μάτι. Ο Dean νόμισε πως πέρασαν αιώνες μέχρι να λάβει τα ρέστα του, μόλις τα πήρε, τα ριξε σε μια τσέπη, έπιασε άτσαλα το πρωινό του και θρονιάστηκε στο πιο απόμερο τραπέζι του μαγαζιού. Έφαγε με βουλιμία την πίτα και ήπιε σχεδόν μονορούφι τον καφέ. Στη συνέχεια έμεινε εκεί, ώσπου πήγε 10:00 π.μ. και κίνησε για την έξοδο όταν ξαφνικά είδε δύο γνωστά πρόσωπα να μπαίνουν μέσα.

Όχι, όχι τώρα, άπαξ και τον έβλεπαν δε θα τη γλίτωνε με τίποτα. Τότε ήταν που θυμήθηκε πως βρέθηκαν τόσα χρήματα πάνω του. Απ’ τη λέσχη φυσικά, τους είχε διαλύσει πάλι στο μπιλιάρδο. Προσπάθησε να βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να φτάσει γρήγορα στην έξοδο, αλλά η ευκαιρία δεν ερχόταν, θα τον έβλεπαν σίγουρα. Σε μια στιγμή απελπισίας, μπήκε στις τουαλέτες και άρχισε να βηματίζει πάνω-κάτω, κάνοντας σχέδια στο μυαλό του. Η ουσία ήταν όμως ακόμη ενεργή μέσα του και δεν τον άφηνε να σκεφτεί λογικά. Και ξάφνου, το τέλειο σχέδιο διαφυγής εμφανίστηκε ακριβώς μπροστά του. Ένα παράθυρο, στο οποίο χώραγε ίσα-ίσα, θα τον ελευθέρωνε από την δύσκολη κατάσταση.

Έριξε μια κλεφτή ματιά μέσα στην καφετέρια, εκτός από τους δύο γνωστούς, υπήρχαν δυο – τρεις ακόμη άνθρωποι. Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο, άνοιξε το παράθυρο, πέρασε από μέσα, και αφέθηκε στο κενό. Το οποίο ήταν δύο μέτρα κάτω. Κατευθείαν μέσα σε έναν γλιτζερό και αηδιαστικό κουβά. Βγήκε γρήγορα από εκεί, περπάτησε στο σοκάκι και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε καμία γνωστή φάτσα τριγύρω, απομακρύνθηκε βιαστικά από εκείνο το σημείο.

«Λέσχη, τέλος» είπε αποφασιστικά. «Δεν ξαναμπλέκω με αυτούς τους ηλίθιους» συμπλήρωσε ο Dean καθώς έψαχνε για το αυτοκίνητο του .«Αα, εδώ είσαι», έκανε μια αγκαλιά την Impala και μπήκε μέσα, βάζοντας μπρος τη μηχανή με προορισμό το νέο του σπίτι.

Το μοναχικό σπίτι.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

-Ας συμφωνήσουμε όλοι στο γεγονός ότι είναι ζωντανός! Φώναξε η Jody προσπαθώντας να φέρει την τάξη στο δωμάτιο που βούιζε. Κανένα αποτέλεσμα.

-Όλοι βγάλτε τον σκασμό! Ούρλιαξε η Claire η οποία καθόταν δίπλα στη Jody. Τα μουρμουρητά έπαψαν και τα πηγαδάκια διαλύθηκαν καθώς όλοι έστρεψαν την προσοχή τους στη δυναμική νεαρή.

– Δε θα βγάλουμε ποτέ μια άκρη, με αυτόν τον τρόπο, συνέχισε η Claire και κάθισε ευχαριστημένη πίσω στην θέση της.

Ησυχία απλώθηκε στο δωμάτιο. Όλοι περιμένανε τη συνέχεια. Η Jody ανέλαβε να μιλήσει:

– Καταρχάς θέλω να σας ευχαριστήσω που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμα μας. Είμαστε πραγματικά ευγνώμονες που είστε σήμερα μαζί μας.

Η Jody έκανε μια μικρή παύση και μετά συνέχισε.

» Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ για να βοηθήσουμε έναν συνάνθρωπο μας. Παντοτινός φίλος για εμένα, ακουστός σε αρκετούς από εσάς, άγνωστος στους πιο καινούριους, είπε δείχνοντας τον Sam. Εκείνος αρκέστηκε σε ένα απλό χαμόγελο. Οι αδελφοί Winchester και οι περιπέτειες τους είναι γνωστές. Μέχρι πρότινος, αντιμετώπιζαν μόνοι τους ό,τι τους παρουσιαζόταν. Τώρα όμως, έχουν μερικούς αληθινούς φίλους στους οποίους μπορούν να στηριχθούν. Είμαι διατεθειμένη να βοηθήσω τον Sam να βρει τον Dean πάση θυσία. Ελπίζω το ίδιο να ισχύει και για εσάς. Γιατί, φίλοι μου, χρωστάμε πολλά σε αυτά τα δύο παλιόπαιδα, αυτό που κάνουμε γι αυτούς τώρα είναι ελάχιστο μπροστά σε αυτά που έχουν κάνει ανά τα χρόνια αυτοί για εμάς. Σας θέλω μαζί μου λοιπόν. Θα συνεργαστούμε, θα βρούμε τον Dean και θα τον φέρουμε πίσω σώο και αβλαβή. Σωστά;

– Σωστά! Φώναξαν όλοι σηκώνοντας ψηλά τα μπουκάλια με την μπύρα τους.

Η Jody χαμογέλασε και γύρισε στον Sam.

-Σειρά σου αγόρι.

Όλα τα βλέμματα στράφηκαν στον Sam. Καθόταν δεξιά από τη Jody σε μια πολυθρόνα. Κοίταξε γύρω του και εντυπωσιάστηκε. Ο Sam έβλεπε τόσα προσηλωμένα πρόσωπα – άλλα γνωστά και άλλα όχι- περιμένοντας το λόγο του και πρόθυμα να τον βοηθήσουν. Έκανε πολύ καλά που απευθύνθηκε στη Jody. Ήταν φίλη πραγματική. Της είχε διηγηθεί όσα συνέβησαν αφότου αυτή έφυγε και εκείνη τον είχε παρηγορήσει αμέσως και του υποσχέθηκε ότι θα ζητούσε τη συνεισφορά κι άλλων κυνηγών, αλλά δε θα φανταζόταν ποτέ ότι θα μαζεύονταν τόσα πολλά άτομα. Τόσα πολλά μυαλά, σίγουρα θα έκαναν την εύρεση του Dean παιχνιδάκι. Ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζε. Το καλό ήταν, ότι δεν ήταν μόνος, δεν χρειαζόταν να το περάσει όλο αυτό μόνος.

– Λοιπόν Sammy; είπε με παιχνιδιάρικο τόνο στη φωνή η Claire.

Ο Sam ξερόβηξε.

– Να σας ευχαριστήσω κι εγώ με τη σειρά μου που κάνατε τόσο δρόμο αποκλειστικά για τα δράματα της οικογένειας.

Μερικά γέλια ακούστηκαν.

» Ας μπούμε όμως κατευθείαν στο ψητό. Ο Dean δυστυχώς άφησε το τηλέφωνο του στο σπίτι την ημέρα που εξαφανίστηκε. Από τότε πέρασαν σχεδόν δυο εβδομάδες χωρίς κάποιο ίχνος του. Κάνοντας όμως μια μικρή έρευνα με τη Jody, ανακαλύψαμε μια υποθετική διαδρομή που μάλλον ακολούθησε. Η έρευνα μας βασίζεται φυσικά σε διάφορες παραβιάσεις που έγιναν με την πινακίδα της Impala, καθώς και με μερικές μαρτυρίες ντόπιων. Αυτό είναι όλο, αυτό έχουμε. Το επόμενο βήμα είναι να εντοπίσουμε την ακριβή του θέση τώρα και να κινήσουμε εκεί. Το πιθανότερο να λιώνει σε κάνα μπαρ με ροκ μουσική.» Σε αυτό το σημείο ο Sam σταμάτησε. Ψίθυροι ακούστηκαν στο δωμάτιο.

– Τι περιμένουμε λοιπόν; μίλησε ο Walt άλλοτε εχθρός τους. Ας ξεκινήσουμε!

– Ωραία λοιπόν, είπε η Jody, ετοιμάστε τα αυτοκίνητα σας και ξεκινάμε. Alex, θέλω το λάπτοπ σου, Edward, άρχισε να ψάχνεις με εκείνο το πειρατικό πρόγραμμα.

Όλοι σηκώθηκαν και έκαναν τις απαραίτητες ετοιμασίες. Ο Sam ήταν τόσο χαρούμενος. Κράταγε όμως μέσα του κι ένα αίσθημα αγωνίας. Σε τι κατάσταση θα έβρισκαν τον αδελφό του; Το κυνήγι πάντως, είχε ξεκινήσει.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Το δάσος έσφυζε από ζωή. Τα πουλιά γέμιζαν με το τραγούδι τους το χώρο και τα έντομα έπαιζαν κι αυτά το δικό τους ρυθμό. Το φθινοπωρινό αεράκι δημιουργούσε ελαφρούς κυματισμούς στη λίμνη. Μια ζεστασιά τύλιγε όλο το τοπίο.

Από μακριά ακούστηκε ο θόρυβος μηχανής. Σε λίγα λεπτά το μαύρο αυτοκίνητο εποχής διαγράφηκε μέσα από τις φυλλωσιές. Έφτασε στο μικρο ξέφωτο και σταμάτησε εκεί, δίπλα στο αγροτικό φορτηγάκι. Ο Dean ξεπρόβαλε από μέσα και κίνησε για το σπίτι.

Ξεκλείδωσε την πόρτα, πέταξε το τζάκετ του σε μια καρέκλα και κατευθύνθηκε στον επάνω όροφο. Κλείστηκε αμέσως στο μπάνιο όπου απόλαυσε ύστερα από πολύ καρό, ένα χαλαρωτικό αφρόλουτρο. Στη συνέχεια, έψαξε ρούχα να φορέσει, τα δικά του βρομοκοπούσαν, ώσπου έπεσε πάνω σε μερικά πουκάμισα, δυο παντελόνια και μια καπαρντίνα. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του Dean. Πράγματι, δεν υπήρχαν άλλα ρούχα στο σπίτι εκτός από της Kelly και εκείνου. Και μερικά μωρουδιακά ρούχα. Εκείνου…

Στ’ αλήθεια θα φορούσε τα ρούχα ενός πεθαμένου; Αυτά για την ακρίβεια ήταν άπιαστα, αλλά και πάλι…Θα φορούσε τα ρούχα του Cas. Εκτός αν ήθελε να κόβει βόλτες με εφαρμοστές μπλούζες και κολλητά τζιν.

Όχι, έλεος. Απλά θα…δανειζόταν…για λίγο την…..γκαρνταρόμπα του φίλου του. Του νεκρού φίλου του.

Ντύθηκε με νευρικές κινήσεις και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αυτό, ήταν πραγματικά περίεργο. Ο Dean όπως και ο αδελφός του, μισούσαν οτιδήποτε δεν ήταν φανελάκι. Με καρό μοτίβο. Και τζιν. Ο Cas πάλι προτιμούσε μια πιο κομψή εμφάνιση. Του πήγαινε βέβαια, αλλά ο Dean δε θα το προτιμούσε.

Κούνησε βιαστικά το κεφάλι του, σε μιαν απέλπιδα προσπάθεια να διώξει την ανάμνηση του Castiel. Βγήκε από το δωμάτιο και περπάτησε αφηρημένος μέχρι που τα ίδια του τα βήματα τον οδήγησαν κάτω, σ’ ένα μικρό, απλό υπνοδωμάτιο όπου βρισκόταν κάτι πολύ πολύτιμο μέσα.

Ο Dean έσπρωξε την πόρτα και τα παγωμένα μάτια του έπεσαν πάνω στο κρεβάτι που βρισκόταν μπροστά του.

Το νεκρό σώμα του Castiel ήταν εκεί.

 

* * * * *

 

Την ημέρα που άφησε τον Sam και τριγυρνούσε με την Impala είχε αποφασίσει να ξεχάσει ό,τι συνέβη και να συνεχίσει τη ζωή του αφήνοντας τα αρνητικά πίσω. Είχε βραδιάσει πια, όταν επέστρεφε στο σπίτι του και με μεγάλη χαρά ο Dean, είχε διαπιστώσει ότι ένιωθε πολύ καλύτερα. Ανυπομονούσε να πει στον Sam πόσο καλό του είχε κάνει η μεγάλη βόλτα με την Baby όταν μπροστά του, φάνηκαν αρκετοί άνθρωποι- οι περισσότεροι αστυνομικοί- ένα ασθενοφόρο και ένα ζώο πεσμένο στο δρόμο.

Πάντα ατάραχος, ο Dean πλησίασε και ρώτησε τους περαστικούς τι συνέβη, ένας 70άρης μπάρμπας με έντονη μυρωδιά μπύρας πάνω του, του είπε πως το ζώο-ελάφι ήταν- είχε πέσει πάνω σ’ ένα αυτοκίνητο το οποίο με τη σειρά του τράκαρε με ένα άλλο και έτσι όλος ο δρόμος είχε κλείσει. Οι οδηγοί των οχημάτων εκείνων είχαν τραυματιστεί γι αυτό κι είχε δημιουργηθεί όλη αυτή η αναταραχή. Ο Dean αποφάσισε να ακολουθήσει τον παράδρομο λίγα μέτρα πιο πέρα, για μια στιγμή δίστασε, μήπως του συνέβαινε κι εκείνου κάτι ανάλογο αλλά ξεπέρασε γρήγορα τη σκέψη.

Οδηγώντας μες τη σκοτεινή νύχτα και έχοντας αριστερά και δεξιά τα πυκνά δέντρα, δεν αντιλήφθηκε ότι έστριψε σε λάθος σημείο και σύντομα βρέθηκε να τριγυρνάει σε έναν χωματόδρομο. Ο Dean, θέλησε να ενημερώσει τον Sam ότι θα αργούσε, αφού είχε χαθεί, αλλά πάνω στη βιασύνη του είχε ξεχάσει να πάρει το κινητό του. Ξεφυσώντας, βγήκε απ’ το αυτοκίνητο και έριξε μια ματιά τριγύρω για να προσανατολιστεί. Η νύχτα ήταν ήσυχη, που και που ακουγόταν καμιά κουκουβάγια ή το περπάτημα κάποιου μικρού ζώου. Ο Dean είδε τότε, ότι υπήρχε ένα σπίτι λίγο παρακάτω σε ένα μικρό ξέφωτο.

Περπάτησε μέχρι εκεί, ελπίζοντας ότι θα τον βοηθούσε κάποιος, ίσως και να κατάφερνε να περάσει τη νύχτα εκεί. Όσο πλησίαζε το σπίτι, ένιωθε μια παράξενη αίσθηση, για κάποιο λόγο είχε την εντύπωση ότι είχε ξανά βρεθεί κάποτε εδώ. Αγνόησε αυτές τις ενδείξεις και οι σκέψεις του πέταξαν στον αδελφό του ο οποίος θα είχε κατααγχωθεί λόγω της αργοπορίας του. Ο Dean είχε βγει πια από το δάσος και παρόλο το σκοτάδι που τύλιγε τα πάντα, μπόρεσε να διακρίνει μια λίμνη στο βάθος στα δεξιά.

Το μυαλό του τώρα είχε πάρει φωτιά, ήτανε σίγουρος ότι αυτό το μέρος του ήταν οικείο, όμως αισθανόταν πολύ άσχημα, η καλή του διάθεση είχε ολότελα εξαφανιστεί. Είχε πλησιάσει πλέον πολύ το σπίτι, κι ενώ μέσα του μια φωνή ούρλιαζε να κάνει μεταβολή και να ξεκουμπιστεί από ‘κείνο το μέρος, ο Dean συνέχισε και όδευσε προς την είσοδο.

Απέμεναν λίγα βήματα για να φτάσει εκεί, όταν ξαφνικά ο Dean σκόνταψε πάνω σε έναν μεγάλο όγκο και σωριάστηκε αμέσως στο έδαφος. Θα έπαιρνε όρκο ότι στα πόδια του είχε μπλεχτεί ένας άνθρωπος όταν το έντρομο βλέμμα του διασταυρώθηκε με την παγωμένη ματιά του νεκρού Castiel. Μέσα στη φρίκη που τον περιέβαλε, ο Dean έπνιξε μια κραυγή και ένα ρίγος διαπέρασε ολόκληρο το κορμί του. Με μια απότομη κίνηση πετάχτηκε μακριά από το ανατριχιαστικό θέαμα και έμεινε εκεί, με τα μάτια κλειστά να χτυπάει με δύναμη το χώμα και να εκσφενδονίζει πέτρες και ό,τι άλλο έβρισκε προς όλες τις κατευθύνσεις. Έπειτα σταμάτησε τόσο απότομα η τρέλα όσο απότομα είχε ξεκινήσει. Ησυχία έπεσε και πάλι γύρω απ’ το μοναχικό σπίτι εκτός από έναν γρύλο που συνέχισε ανενόχλητος το ζουζούνισμα του. Ο ήχος ερχόταν τόσο εκνευριστικός στα αφτιά του αναψοκοκκινισμένου Dean ο οποίος ένιωθε το αίμα του να βράζει και οι φλέβες του φουσκωμένες ήταν έτοιμες να σπάσουν στα χέρια, στο λαιμό και στο αγριεμένο πρόσωπο του.

 

Μη μπορώντας να ελέγξει τον εαυτό του, ο Dean έφτασε με μια δρασκελιά τον Castiel, τον σήκωσε με ασυνήθιστη ευκολία και με μεγάλα βήματα μπούκαρε μες στο σπίτι, μπήκε στο πρώτο δωμάτιο που βρήκε και πέταξε το αδειανό του σώμα πάνω στο κρεβάτι. Με μια υπερφυσική ταχύτητα γκρέμισε ότι βρισκόταν κοντά του, διαλύοντας έτσι όλα τα υπάρχοντα που ήταν στον κάτω όροφο του σπιτιού. Σε ένα από τα μεγαλύτερα παραληρήματα που τον είχαν πιάσει ποτέ, ο Dean παραμέρισε με βρόντο την πόρτα του δωματίου και πατώντας με αδιαφορία πάνω στα συντρίμμια έπιασε τον αγαπημένο του φίλο από το γιακά και άρχισε να τον ταρακουνάει σαν μανιακός.

«Γιατί; Γιατί; Γιατί;»

Ο Dean τα ‘χε χάσει πέρα για πέρα.

«Είμαστε ομάδα, είμαστε οικογένεια. Πως μπόρεσες να μας αφήσεις; Πώς μπόρεσες να με αφήσεις;!» ούρλιαζε μες στο κενό πρόσωπο του Cas.

«Γιατί; Δε σου το επιτρέπω. Γύρνα πίσω. Γύρνα πίσω!» με δυσκολία βγήκαν οι τελευταίες λέξεις απ’ τον Dean. Τώρα τη θέση της τρέλας και της παράνοιας είχε πάρει το παράπονο. Ένα τεράστιο, καταθλιπτικό παράπονο είχε κυριεύσει τον Dean. Τα τρεμάμενα χέρια του χαλάρωσαν, μέχρι που ελευθέρωσαν το απόκτημα τους απ’ την κυριαρχία τους. Το κούφιο σώμα του Castiel έπεσε πάλι πίσω στο κρεβάτι όπου έμεινε εκεί, παρατημένο.

Δάκρυα κυλούσαν τώρα στα καυτά μάγουλα του Dean. Ο μεγάλος Winchester έγειρε με αργές κινήσεις στο μαλακό στρώμα, απομάκρυνε το σωρό από σπασμένα αντικείμενα από δίπλα του έτσι ώστε να μπορέσει να ακουμπήσει το βαρύ σώμα του στο κρύο πάτωμα και αγκαλιάζοντας σχεδόν το ξύλινο κρεβάτι, πέρασε την υπόλοιπη νύχτα έτσι, με τα μάτια ορθάνοιχτα και μουσκεμένα αναπολώντας τις χαρούμενες στιγμές παλαιοτέρων χρόνων, όταν τα προβλήματα του ήταν να κυνηγήσει φαντάσματα και κοπελιές στα μπαρ.

 

“Πρέπει να στέκομαι αιώνες εδώ πέρα” σκέφτηκε ο Dean καθώς επέστρεφε στην πραγματικότητα. Είχε χαθεί γι ακόμα μια φορά στα μονοπάτια των σκέψεων του. Τελευταία, το πάθαινε συχνά. Το σώμα του είχε ανατριχιάσει από ώρα, μόλις ξανά έζησε στο μυαλό του το βράδυ που βρήκε τον Cas. Το κουφάρι του φίλου του βρισκόταν στην ίδια ακριβώς θέση που το είχε παρατήσει εκείνη τη νύχτα – δεν είχε τολμήσει να ξανά μπει σε εκείνο το δωμάτιο.

Οι δυο εβδομάδες που είχαν κυλίσει, τον είχαν κάνει να συνέλθει και να δει πιο ήρεμα την κατάσταση. Πλησίασε το κρεβάτι με έναν μικρό δισταγμό, άγγιξε απαλά τους ώμους του δεύτερου αδελφού του και τον ακούμπησε απαλά με έναν πιο άνετο τρόπο στα σκεπάσματα.

«Συγγνώμη που έμεινες έτσι τόσες μέρες» είπε με απολογητικό τόνο.

Ο Dean έμεινε να κοιτάζει τον “άγγελο του”.

«Α ρε Casούλη. Για χάρη σου ρίχτηκα στα Τάρταρα. Ξανά… « ο Dean είχε πια κάτσει στην άκρη του κρεβατιού και το βλέμμα του ήταν κάπως σκληρό και λυπημένο.

» Πάνω στην απελπισία μου, βρόμισα όλο το είναι μου. Ναι, Cas. Δοκίμασα ναρκωτικά. Ένα μόνο δηλαδή. Ένα και καλό. Κοκαΐνη. Φαντάζομαι πόσο απογοητευμένος θα ήσουν από μένα. Κι εσύ και ο Sam. Ο Sam βασικά θα με πλάκωνε…». Ο Dean έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε.

«Ήμουν σ’ ένα μπαρ της κακιάς ώρας. Είχε πάει 4:00 τα ξημερώματα όταν με πλησίασε ένας τύπος – ο Rupert – κατάλαβε ότι ήμουν σε μαύρα χάλια και μ’ έπεισε – ακόμα προσπαθώ να καταλάβω πως – να αγοράσω από το εμπόρευμα του. Ζήτησα κάτι που θα με ανεβάσει, θα με κάνει ευτυχισμένο και θα ξεχνούσα κι τον Sam, κι εσένα και τους πάντες. Δεν έγινε τίποτα. Έβλεπα τους άλλους γύρω μου που ‘χαν παραλύσει κι εγώ στεκόμουν εκεί, στη θέση μου, κατεβάζοντας τον ένα ουίσκι μετά το άλλο. Όντας όλοι τύφλα στο μεθύσι και έχοντας θολωμένο το μυαλό από το δηλητήριο, δεν αντιληφθήκαμε τις φωνές των μπάρμαν που μας πέταγαν κλοτσηδόν έξω από το μαγαζί, έχοντας φούρια μεγάλη. Προτού προλάβουμε καλά-καλά να καταλάβουμε, σειρήνες ακούστηκαν από μακριά που ολοένα πλησίαζαν. Τότε, όσοι ήταν λιγότερο ναρκωμένοι έτρεξαν να σώσουν το τομάρι τους, αφήνοντας εμάς στο έλεος του Θεού. Θα με είχαν συλλάβει κι εμένα αν δυο ζευγάρια χέρια δε με εξαφάνιζαν απ’ το σημείο -ο Ted που μπαινόβγαινε στη φυλακή και ο Lincoln ένας εικοσάχρονος νέγρος.

Αργά το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, έμαθα ότι με είχαν μαζέψει γιατί τους φαινόμουν “δικός τους” λέει και θα ήταν κρίμα να ‘μπλεκα με τους μπάτσους. Ό,τι να ‘ναι. Τις μέρες που ακολούθησαν γίναμε αχώριστοι, αυτοί με σύστησαν και στα υπόλοιπα παιδιά της λέσχης: τον Leroy αδελφό του Ted, τον Jem τον μπάρμαν, τη Doreen αδελφή του Jem και συντροφιά μου στις βρόμικες και αηδιαστικές νύχτες μου, τους ντίλερ Sigismund, Gonzalez και Rupert που σου είπα πριν. Είναι κι άλλοι, αλλά δεν έχει νόημα να στους πω. Ξέρω πόσο θυμωμένος θα είσαι μαζί μου. Έσφαλα Cas. Έπεσα χαμηλά, πολύ χαμηλά. Συγγνώμη Cas. Συγχώρεσε με. Συγχώρεσε με.»

Ο Dean είχε χαμηλωμένο το βλέμμα του. Ντρεπόταν για όσα είχε κάνει. Το ‘χε μετανιώσει πραγματικά, γι αυτό και την είχε κάνει από τη λέσχη υποσχόμενος ότι δε θα ξανά γυρνούσε.

Κοίταξε με ένα ντροπιασμένο και καταστεναχωρημένο βλέμμα τον Cas. Άδικα περίμενε απάντηση. Έκανε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι αλλά ο θόρυβος από μηχανές αυτοκινήτων τον έκανε να καρφωθεί κάτω. Το σπίτι ήταν τόσο απόμερο, ποιος ή μάλλον ποιοι ήταν αυτοί που βρίσκονταν στην αυλή; Αν ήταν ένα αυτοκίνητο δε θα ανησυχούσε τόσο, όμως άκουγε ξεκάθαρα τουλάχιστον έξι οχήματα. Φωνές ακούστηκαν από κάτω ενώ κάποιος μόλις μπήκε στο σπίτι. Βηματισμοί πολλών ανθρώπων πλησίαζαν όλο και περισσότερο, καθώς το σπίτι περικυκλωνόταν. Θα ορκιζόταν ότι άκουσε τη φωνή της Jody να δίνει εντολές να ψάξουν όλα τα δωμάτια.

Μα πως;!…..

 

 

by Μαριάννα Φαμπρικάρη aka Marianna Winchester

Share, fellow hunter!Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on Tumblr
Orestis
Όλα ξεκίνησαν στις 22/04/11 όταν η απόφαση για ένα ήρεμο blog σχετικά με την σειρά Supernatural πήρε σάρκα και οστά. Η συνέχεια γνωστή. Πρωτοπορία σε events σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για τις αγαπημένες μας σειρές και το Supernaturalgreece.gr είναι πλέον γεγονός. Γίναμε χιλιάδες, γίναμε η πιο όμορφη ιντερνετική οικογένεια. Το 2015 παρευρέθηκα στο συνέδριο της Ρώμης (JIBCON6) γνωρίζοντας από κοντά το cast του Supernatural.
http://supernaturalgreece.gr/
  • Άκαρδη! Άι στο καλό σου!!! Δεν ντρέπεσαι λίγο! 😭😭😭 Πονάει ακόμα ρε γαμώτο! Και τι αστείο ήταν αυτό!!! Έπρεπε να κάνεις τέτοια μεγάλη ανάλυση με το «κουφάρι» του Castiel; Ούτε να το λέω δεν θέλω…

    Παρ’όλα αυτά, μπράβο ρε συ, ήταν τέλειο, πραγματικά συγκινήθηκα. Έχεις ταλέντο με το γράψιμο, να το ακολουθήσεις. Μπράβο πραγματικά, ήταν εκπληκτικό. Μην με βλέπεις που δεν πολυγράφω, με έπιασε θλίψη πάλι με τον Castiel μου.

  • Για ακόμα μία φορά τα θερμά μου συγχαρητήρια !!!
    http://media1.giphy.com/media/NoFBPxyE6RY5y/giphy.gif

    • Αχχχ τέλεια εικόνα!!!!!!

    • Marianna Winchester

      Ευχαριστω πολυ!!!!!

  • ncis merlin like

    Μαριάννα, επικό!!!! Οι περιγραφές και τα συναισθηματα ήταν το κάτι άλλο!!! Μπράβο! Θερμά συγχαρητήρια!!!!

    • Marianna Winchester

      Ευχαριστω! Δεν μπορειτε να φανταστειτε ποσο χαρουμενη ειμαι που σας αρεσε!!!!

      • ncis merlin like

        😀 😀 😀 😀

Top