The Sandman: Όνειρα κι εφιάλτες μιας πολυαναμενόμενης προσαρμογής

Το Netflix και ο Neil Gaiman κατάφεραν το ακατόρθωτο: να μεταφέρουν στη μικρή οθόνη ένα κόμικ που θεωρούνταν αδύνατο να μεταφερθεί σωστά!

Καλύτερα Επεισόδια του SPN

Τελευταία Σχόλια

Ύστερα από δεκαετίες στο στάδιο της ανάπτυξης, με τον αποθαρρυντικό χαρακτηρισμό “unfilmable classic” να συνοδεύει το θρυλικό κόμικ της DC στο οποίο βασίζεται, το The Sandman έφτασε, επιτέλους, στη live-action μορφή του στο Netflix, και φιλοδοξεί να γίνει ό,τι και το κόμικ: ένα εξπρεσιονιστικό, φιλοσοφικό ταξίδι στην έννοια της ανθρώπινης φύσης, μια οντολογική διατριβή πάνω στις αιώνιες κινητήριες δυνάμεις της ζωής και πώς αυτές μας διαμορφώνουν.

Κεντρικός χαρακτήρας της σειράς είναι ο Μορφέας, που μπορει να μοιάζει με τον σκυθρωπό και λιπόσαρκο frontman κάποιας ξεχασμένης ροκ μπάντας του 2000, είναι όμως ο θεός των Ονείρων (ο επώνυμος Sandman του τίτλου) και βασιλιάς του Ονειρόκοσμου, ένας εκ των επτά αιώνιων πλασμάτων που είναι γνωστά με το συλλογικό όνομα “Endless” ( = ατέρμονοι). Ο Μορφέας και η υπόλοιπη δυσλειτουργική του οικογένεια, μπορεί να είναι θεϊκά όντα, αλλά έχουν όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά (ακριβώς σαν τους ανθρωπόμορφους θεούς της αρχαίας μυθολογίας). Κάποιοι μισιούνται μεταξύ τους, και κάποιοι αγαπιούνται. Το κακό είναι πως όταν τσακώνονται πανίσχυρα πλάσματα, ολάκεροι κόσμοι κινδυνεύουν με αφανισμό — κι αυτό ακριβώς πραγματεύεται η 1η σεζόν της σειράς.

Η ιστορία μας ξεκινά με την αιχμαλωσία του Μορφέα από έναν μάγο που κυνηγά τον Θάνατο. Όταν απελευθερώνεται μετά από έναν ολόκληρο αιώνα, βρίσκει το βασίλειό του ερειπωμένο. Ολομόναχος, και για πάντα αλλαγμένος από το μαρτύριο που πέρασε, ξεκινά να το ξαναχτίσει και να διορθώσει ταυτόχρονα τις τεράστιες ζημιές που προκάλεσε στον “συνειδητό” κόσμο η απουσία του.

Όταν η μεταφορά οποιουδήποτε έργου χαρακτηρίζεται ως “αδύνατη”, αυτό σημαίνει μόνο ένα πράγμα: η αφήγηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες του αρχικού μέσου του και οποιαδήποτε απόπειρα να απομακρυνθεί από αυτό, θα οδηγούσε σε μια αναπόφευκτη υποβάθμισή ή ριζική διαφοροποίησή του. Οι περισσότερες κριτικές για τη σειρά που θα βρείτε στο ίντερνετ είναι γραμμένες από τη σκοπιά της πιστότητας στο κόμικ. Αν είστε φαν του χάρτινου Sandman, λοιπόν, και ψάχνεστε να δείτε αν η σειρά στέκεται αξιοπρεπώς δίπλα στο κόμικ, για αποφασίσετε αν θα την ξεκινήσετε, σταματήστε εδώ την ανάγνωση. Δεν μπορώ να σας βοηθήσω, γιατί δεν είμαι σε θέση να σας απαντήσω με σιγουριά αν η σειρά κρατά ζωντανό τον παλμό του κόμικ. Η μόνη μου προηγούμενη επαφή με το The Sandman ήταν όταν έπεσαν τυχαία στα χέρια μου 1-2 μεταφρασμένα τεύχη, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’90, νομίζω. Εφηβάκι εγώ τότε, δεν ήξερα καν τι διάβασα, οπότε η γνώμη μου πάνω στο source material δεν μετράει και πολύ. Εγώ σας γράφω σήμερα για να σχολιάσω τη σειρά καθαρά ως σειρά. Προφανώς και δεν παραβλέπω το ότι βασίζεται σε άλλο έργο (η ίδια δεν με άφησε να το αγνοήσω, έτσι κι αλλιώς, όσο κι αν προσπάθησα), αλλά δεν θα είναι αυτός ο κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας μου. Εξάλλου, βρίσκω ανούσια την προσπάθεια των “θεματοφυλάκων” να μειώσουν de facto ένα έργο όταν δεν είναι πιστό φωτοαντίγραφο του πρωτότυπου, χωρίς να του έχουν δώσει καν μισή ευκαιρία πολλές φορές. Κάθε έργο είναι μοναδικό στο μέσο που το φιλοξενεί και δεν επηρεάζει η ποιότητα του ενός το άλλο.

***Η κριτική που ακολουθεί ΔΕΝ περιέχει spoilers***

Η πρώτη δουλειά που έκαναν οι σεναριογράφοι (επικεφαλής των οποίων ο ίδιος ο δημιουργός του κόμικ, Neil Gaiman) ήταν να αποκόψουν ολοκληρωτικά την ιστορία από τους υπερήρωες της DC — είτε λόγω πνευματικών δικαιωμάτων, είτε γιατί θέλησαν να δημιουργήσουν ένα ολοδικό τους σύμπαν. Έτσι, δεν έχουμε Batman ή Superman στον κόσμο του Sandman (πείτε αντίο στην ελπίδα για crossovers). Αυτή η κίνηση, όμως, σήμανε και την διαφοροποίηση κάποιων κομβικών για την ιστορία χαρακτήρων. Έτσι, μεταξύ άλλων μικρότερων, κυρίως αισθητικών αλλαγών, ο Doctor Destiny των κόμικς έγινε John Dee στη σειρά, ενώ ο John Constantine έγινε Johanna Constantine. Σε γενικές γραμμές, αυτές οι αλλαγές λειτούργησαν ομαλά στο πλαίσιο της ιστορίας που ξεκίνησε να πει η σειρά και έδεσαν όμορφα στο όλο σύνολο. Κανένας χαρακτήρας δεν έμοιαζε παράταιρος κι αυτό είναι πολύ σημαντικό σε μια τέτοιου είδους προσαρμογή, που είναι εύκολο να πεις “μιεχ, στο κόμικ τα λένε καλύτερα”.

Για τους μη-μυημένους, βέβαια, κάποιοι χαρακτήρες φαίνονται φτωχά δομημένοι, γιατί λείπει η προαπαιτούμενη γνώση του πρωτότυπου υλικού. Γενικά, οι σεναριογράφοι προσπάθησαν να χωρέσουν πάρα πολλά στα μόλις 10 επεισόδια της σεζόν και άφησαν ενσυνείδητα κάποια κενά. Φυσικά, αν η σειρά συνεχιστεί (και κρίνοντας από το ‘θόρυβο’ που έχει δημιουργηθεί, σίγουρα θα την τσιμπήσει τη 2η σεζόν, ίσως και κάποιο spin-off) αυτά τα ερωτήματα θα απαντηθούν σιγά-σιγά, αλλά θα ήθελα να έχει αφιερωθεί τώρα λίγος περισσότερος χρόνος στην εξερεύνηση του Ονειρόκοσμου και στο πώς λειτουργεί.

Το καστ της σειράς ήταν σε γενικές γραμμές καλό, με κάποιες τρανταχτές εξαιρέσεις, δυστυχώς. Ο Tom Sturridge είναι ιδανικά απόκοσμος σαν παρουσία για να γίνει πειστικός στο ρόλο ενός αιωνόβιου όντος, και επικοινωνεί, χωρίς καν να μιλήσει πολλές φορές, τη μοναξιά και τη θλίψη του Μορφέα, όσο και την ευαισθησία και την σοφία του. Καταφέρνει να κάνει τον Βασιλιά των Ονείρων επιβλητικό και απόμακρο, αλλά συνάμα ευάλωτο. Ο David Thewlis είναι εξαιρετικός ως John Dee και το επεισόδιο 24/7, που τον έχει επίκεντρο, είναι ένα από τα καλύτερα της σεζόν. Ο βετεράνος Βρετανός ηθοποιός κατάφερε να φέρει στην επιφάνεια την ανθρωπιά αυτού του διαταραγμένου χαρακτήρα, και τον κατέστησε εξίσου τρομακτικό, όσο και αξιολύπητο. Ο Corinthian του Boyd Holbrook είναι creepy, αλλά όχι ιδιαίτερα τρομακτικός. Παραμένει, πάντως ένας ενδιαφέρων και πολυεπίπεδος κακός, τον οποίο θα ήθελα να είχε εκμεταλλευτεί λίγο περισσότερο η σεζόν. Η βιβλιοθηκάριος Lucienne είναι ένας μονοδιάστατος ρόλος που γράφτηκε για να προσφέρει εύκολο exposition, κι όμως η Vivienne Acheampong της έδωσε ψυχή με την ερμηνεία της και την έκανε έναν από τους πιο συμπαθείς χαρακτήρες του τεράστιου ρόστερ της σειράς. Στις δυνατές γυναικείες ερμηνείες της σειράς οφείλω να προσθέσω και την Kirby Howell-Baptiste, που έκανε την καλοσυνάτη ενσάρκωση του Θανάτου μια από τις πιο αξιομνημόνευτες παρουσίες της σεζόν, παρά τον περιορισμένο χρόνο της επί της οθόνης, αλλά και την Gwendoline Christie, την οποία φοβόμουν πολύ στο ρόλο της… Εωσφόρου, αρχικά. Στο μυαλό μου, έχω τον Tom Ellis του Lucifer και τον Mark Pellegrino του Supernatural ως δυο ιδανικούς Εωσφόρους (για διαφορετικούς λόγους τον κάθε έναν) και η σύγκριση ήταν αναπόφευκτη. Σε καμία περίπτωση δεν θα χαρακτήριζα την Christie ιδανική Εωσφόρο (ούτε καν στο top-10), αλλά από την άλλη, η μάχη της με τον Μορφέα στο 4ο επεισόδιο ήταν ένα από τα highlights της σεζόν και αναγνωρίζω ότι αυτό συνέβη χάρη στην εκφραστικότητα του προσώπου και της φωνής της επιβλητικής Βρετανίδας.

Δυστυχώς, δεν έχω κανένα αντίστοιχο εγκώμιο να πλέξω για την Jenna Coleman ως Johanna. Όλα τα δομικά στοιχεία του Constantine ως αρχετυπικού χαρακτήρα ήταν εκεί, ακόμη και σε άλλο φύλο, αλλά η ίδια ήταν υπερβολικά “λίγη” για το ρόλο. Το υφάκι της ήταν επίπονα επιτηδευμένο και η ψεύτικη ερμηνεία της ήταν ένας από τους λόγους που το επεισόδιο Imperfect Hosts του οποίου ηγήθηκε, ήταν μακράν το πιο αδύναμο της σεζόν. Όχι τόσο κακή όσο η Coleman, αλλά σίγουρα αδιάφορη μου πέρασε και η Kyo Ra ως Rose Walker. Ένας χαρακτήρας που λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη της ιστορίας για το δεύτερο μισό της σεζόν, δεν θα έπρεπε να είναι τόσο ξενέρωτος. Στους ηθοποιούς που βρήκα αταίριαστους στη σειρά θα προσθέσω, τέλος, και τη φωνή του Patton Oswalt ως ο κόρακας Matthew. Δεν μπορώ να εντοπίσω ακριβώς τι μου έφταιξε (αφού τον ίδιο ηθοποιό τον είχα λατρέψει ως Happy στην ομωνυμη σειρά), πάντως ένοιωσα σε κάθε σκηνή του ότι, με άλλον να κάνει τη φωνή, ο χαρακτήρας θα ήταν πολύ καλύτερος.

Η κινηματογράφηση είναι ένα αμφιλεγόμενο στοιχείο της σειράς. Στους ζωντανούς χώρους η φωτογραφία είναι όμορφη, αλλά εκεί που έπρεπε να εμπλακεί CGI, το αποτέλεσμα είναι επιεικώς μέτριο. Βέβαια, αν το καλοσκεφτούμε, δεν νομίζω το Netflix να μας έχει δώσει και κάτι αρτιότερο ποτέ σε οπτικό εφέ, οπότε είμαι διατεθειμένη να το παραβλέψω, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν θεωρώ τα εφέ καταλυτικό παράγοντα στο αν θα μου αρέσει τελικά μια σειρά ή όχι. Επίσης, η χρωματική παλέτα της σειράς ήταν υπερβολικά μουντή, και δεν είμαι σίγουρη αν αυτό ήταν σκηνοθετική επιλογή για να δημιουργήσει “σκοτεινή” ατμόσφαιρα. Προσωπικά, θα ήθελα λίγο περισσότερο χρώμα, πάντως. Πέρα από τη μουντίλα, η αισθητική της σειράς μου άρεσε, τα κοστούμια και τα σκηνικά ήταν προσεγμένα, ενώ έγινε και αρκετά καλή δουλειά στον ήχο.

Εκεί που πάσχει αισθητά η σειρά είναι στο ρυθμό (και, ναι, αυτό *είναι* καταλυτικός παράγοντας που επιδρά στην τελική γνώμη μου). Το ανθολογικό στιλ αφήγησης δεν βοήθησε τη συνοχή της σεζόν, με αποτέλεσμα να φτάσουμε με ελάχιστη φόρα στο φινάλε. Κάθε ένα από τα 6 πρώτα επεισόδια είναι ουσιαστικά αυτοτελές, και μεταξύ τους έχουν ελάχιστη συνάφεια, τόσο στον τρόπο, αλλά κυρίως στο ύφος της αφήγησης. Το περίεργο είναι ότι αυτό ήταν ενσυνείδητη επιλογή των δημιουργών, αφού διάλεξαν να διασκευάσουν και να συμπεριλάβουν στη σεζόν τεύχη των κόμικς όπου δεν εμφανίστηκε ο Μορφέας, για να καταδείξουν ότι ο κόσμος του Sandman δεν περιορίζεται μόνο στο Θεό των Ονείρων. Ο Μορφέας είναι άλλοτε πρωταγωνιστής κι άλλοτε απλός καταλύτης των γεγονότων που διαδραματίζονται. Αυτή η “αδυναμία” της σειράς, βέβαια, μας έδωσε δυο επεισόδια πραγματικά αριστουργηματικά. Το πρώτο είναι αυτό που ανέφερα ήδη: το 24/7, το οποίο πραγματεύεται μια παγκόσμιας κλιμακας απειλή, αλλά διαδραματίζεται σε ένα μόνο χώρο, και λείπει σχεδόν ολοκληρωτικά ο πρωταγωνιστής. Τολμηρή σκηνοθετική επιλογή που απέδωσε καρπούς, κυρίως χάρη στους guests, αλλά και το καλοστημένο σενάριο. Το δεύτερο επεισόδιο που ξεχώρισα είναι το The Sound of Her Wings, που πραγματεύεται την έννοια της αθανασίας. Ενώ οι περισσότεροι συγγραφείς που καταπιάνονται με το θέμα επικοινωνούν το ποσό αβάστακτη είναι η αιωνιότητα, είτε επειδή είναι βαρετή ή επειδή η απώλεια υπερνικά την επιθυμία για ζωή, εδώ ο σεναριογράφος το παίρνει από την ανάποδη, συνεχίζοντας τη διακριτική θεματική της σειράς περί ελπίδας και αισιοδοξίας. Ήταν το σημείο όπου η σεζόν πέταξε προσωρινά από το παράθυρο την κεντρική πλοκή και τη δράση, και μας έδωσε ένα καθαρόαιμο filler γεμάτο φιλοσοφικά ερωτήματα, που καταφέρνει να δώσει τόσο βάθος στον πρωταγωνιστή όσο όλα τα υπόλοιπα μαζεμένα.

Ο Μορφέας είναι ένας θεός που νοιάζεται για την ανθρωπότητα σαν αόριστη έννοια, αλλά χρειάζεται κάποιον να του μάθει να νοιάζεται πιο… στοχευμένα. Το ρόλο της συναισθηματικής διαπαιδαγώγησής του, αναλαμβάνουν διάφορες φιγούρες στη ζωή του: η πιστή υφισταμένη του, Lucienne, τον μαθαίνει να είναι δίκαιος αρχηγός, η δυναμική και ντόμπρα Johanna Constantine τον μαθαίνει να είναι συμπονετικός, ο αθάνατος Hob Gadling τον μαθαίνει την έννοια της φιλίας, η μόνη αγαπημένη αδερφή του, που μπορεί να ενσαρκώνει το Θάνατο, αλλά σέβεται την ανθρώπινη ζωή περισσότερο από όλους, τον μαθαίνει να είναι αισιόδοξος, και, τέλος, η Rose Walker, μια θνητή που άθελά της γίνεται το αντίπαλο δέος του, του μαθαίνει μέσα από τη στάση της πολύτιμα μαθήματα για τη σημασία του να είσαι άνθρωπος.

Μέσα από τις δοκιμασίες που περνά, ο Μορφέας μαθαίνει ότι σαν θνητός μπορείς να πληγωθείς εύκολα, αλλά κατέχεις έμφυτη και την αστείρευτη δύναμη να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Το Sandman, λοιπόν, στον πυρήνα του είναι η ιστορία ενός αλαζόνα βασιλιά που θα μάθει αργά-αργά τον τρόπο να αγαπά, ως φίλος, ως αδερφός, και ίσως, στο μέλλον, ως πατέρας…

Εν κατακλείδι, μπορεί να μην είμαι σε θέση να κρίνω αν πρόκειται για ένα έργο ίσης αισθητικής αξίας με τα κόμικς στα οποία βασίζεται, για εμένα πάντως είναι φανερό πως το The Sandman του Netflix, έχει από πίσω του καλλιτέχνες με όραμα και ταλέντο. Κατάφεραν να πουν μια μεστή, μαγική ιστορία, με ενδιαφέροντες χαρακτήρες, πλούσια μυθολογία και ιδιαίτερη αισθητική, η οποία, ταυτόχρονα, πιάνει τον παλμό της εποχής, και την ανάγκη για κοινωνικό σχολιασμό, συμπεριληπτικότητα και ποικιλομορφία στο καστ (πράγματα που, σημειωτέον, δεν έλειπαν από το κόμικ, παρόλο που γράφτηκε 30 χρόνια πριν). Μπορεί να είχε τα δομικά θεματάκια της και να μην πλησιάζει καν κοντά στο τέλειο, αλλά έχει ειλικρινή λόγο ύπαρξης. Ανεξάρτητα με το αν είναι απόλυτα ζυγισμένη η αποτύπωση του πνεύματος του κόμικ ή όχι, η σειρά στέκεται μόνη της ως ένα από τα καλύτερα fantasy της χρονιάς, και δημιούργησε στην υποφαινόμενη τηλεθεάτρια την διακαή επιθυμία για 2η σεζόν όσο γίνεται πιο σύντομα!

***

UPDATE: Λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της 1ης σεζόν, το Netflix έκανε κάτι που δεν έχει ξανακάνει ποτέ: κυκλοφόρησε ένα διπλό επεισόδιο-έκπληξη! H πρώτη ιστορία, που ήταν κινουμένων σχεδίων, σου ραγίζει την καρδιά (ειδικά αν είσαι φιλόζωος), και η δεύτερη ιστορία σε συγκλονίζει, διαχειριζόμενη ένα άκρως επίκαιρο κοινωνικό θέμα σε ένα φαντασιακό πλαίσιο. Η σεναριογράφος Catherine Smyth-McMullen διασκεύασε δυο αυτοτελείς ιστορίες του κόμικ, ισορροπώντας αριστοτεχνικά την ωμότητα με τον λυρισμό, και αναπτύσσει ακόμη περισσότερο τη μυθολογία της σειράς και τον χαρακτήρα του Μορφέα.

Subscribe
Notify of
guest

0 Σχόλια
Inline Feedbacks
Δείτε όλα τα σχόλια

Τελευταία Άρθρα

Amalia
Amalia
Με θυμάμαι να βλέπω ξένες ταινίες και σειρές πριν μάθω καλά-καλά να διαβάζω τους υπότιτλους. Αγαπημένο είδος ήταν πάντα το fantasy/sci-fi (βλ. μαγισσούλες, φαντασματάκια, υπερδυνάμεις, και τα συναφή). Ανακάλυψα το Supernatural το 2008 και ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Άρχισα να γράφω για το Supernatural Greece το καλοκαίρι του 2014. Δύο πράγματα πράγματα που πρέπει να ξέρετε για εμένα: λατρεύω την ποπ-κουλτούρα και τον Dean Winchester!

Περισσότερα Άρθρα