Μέτριοι… Οιωνοί: το γλυκό τέλος μιας καταραμένης προσαρμογής

Καλύτερα Επεισόδια του Supernatural

Amalia
Amalia
Με θυμάμαι να βλέπω ξένες ταινίες και σειρές πριν μάθω καλά-καλά να διαβάζω τους υπότιτλους. Αγαπημένο είδος ήταν πάντα το fantasy/sci-fi (βλ. μαγισσούλες, φαντασματάκια, υπερδυνάμεις, και τα συναφή). Ανακάλυψα το Supernatural το 2008 και ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Άρχισα να γράφω για το Supernatural Greece το καλοκαίρι του 2014. Δύο πράγματα πράγματα που πρέπει να ξέρετε για εμένα: λατρεύω την ποπ-κουλτούρα και τον Dean Winchester!

Οι οιωνοί για το Good Omens ποτέ δεν ήταν ακριβώς καλοί. Ο μακρύς κατάλογος από παρατημένες προσπάθειες προσαρμογής του δημοφιλούς μυθιστορήματος φαντασίας, που είχαν γράψει οι Terry Pratchett και Neil Gaiman το 1990, έκλεισε το 2019 όταν έκανε πρεμιέρα η τηλεοπτική εκδοχή a la Amazon Prime. Όμως, ο Pratchett είχε ήδη αποδημήσει εις Κύριον, και ο Gaiman, de facto επικεφαλής του πρότζεκτ πια, δεν φάνηκε να μπορεί να διαχειριστεί με πλήρη έλεγχο την ιστορία, δίνοντας έτσι, ένα αποτέλεσμα αδέξιο και προσποιητό, που λίγησε υπό το βάρος της ίδιας του της μυθολογίας. Ποτέ δεν θα μάθουμε πώς θα το είχε διαχειριστεί ο Pratchett αν ήταν ζωντανός, αλλά πάντα θα αναρωτιέμαι…

Τέσσερα χρόνια μετά τον πρώτο κύκλο που κάλυψε όλο το βιβλίο, ο δεύτερος κύκλος ξεκίνησε να λέει μια εντελώς καινούργια ιστορία, και προσπάθησε αδιάντροπα να εξαργυρώσει τη σαρωτική σκηνική παρουσία του πρωταγωνιστικού διδύμου εστιάζοντας σχεδόν ασφυκτικά σε αυτούς. Αυτή η φουρνιά επεισοδίων έμοιαζε με ένα χαριτωμένο fanfiction, που αποτίει φόρο τιμής στο αρχικό υλικό, αλλά ταυτόχρονα ξεστρατίζει αρκετά. Το φινάλε της 2ης σεζόν λατρεύτηκε από τους φανς -της γραφούσας μη εξαιρουμένης- γιατί μετέτρεψε την ηλεκτρική χημεία του πληθωρικού δαίμονα Crowley (ένας φανταστικός Tennant) και του γλυκύτατου αγγέλου Aziraphale σε έρωτα — και, μάλιστα, ανεκπλήρωτο. Η εξομολόγηση εκείνου του φινάλε μπορεί να ήταν εξόφθαλμο fan service, αλλά ήταν και η πρώτη φορά που η σειρά έδωσε την αίσθηση μιας ιστορίας πραγματικά ζωντανής, συναισθηματικά ειλικρινούς και πρόθυμης να εξερευνήσει κάτι πέρα από τα χαριτωμένα βιβλικά της καμώματα.

Το Good Omens πάντα λειτουργούσε καλύτερα όταν ισορροπούσε το κοσμικό με το ανθρώπινο και ποτέ δεν το κατέστησε πιο σαφές από τις τελευταίες στιγμές εκείνου του season finale. Τη λύπη που προκάλεσε το cliffhanger μετρίασε μόνο η είδηση ανανέωσης της σειράς για μια τελευταία σεζόν. Δυστυχώς, όμως, για άλλη μια φορά η ζοφερή πραγματικότητα δηλητηρίασε τη μυθοπλασία…

Good Omens Series Finale Amazon Trailer - YouTube

Ένα τεράστιο σεξουαλικό σκάνδαλο με κεντρική φιγούρα τον -έκπτωτο πια- Gaiman, σήμανε την απαρχή μιας αλληλουχίας εκτελεστικών αποφάσεων που έπρεπε να παρθούν γρήγορα πίσω από τις κάμερες, οι οποίες οδήγησαν στο άδοξο τέλος της σειράς. Είχε, μεν, την σπάνια ευκαιρία να κλείσει την ιστορία της, αλλά οι νέοι showrunners κλήθηκαν να χωρέσουν 6 επεισόδια μέσα σε 2, χωρίς τη φανερή συμβολή του Gaiman, και το αποτέλεσμα ήταν… πως να το θέσω κομψά; Πανωλεθρία. Ναι, όσο και να αγαπούσα πάντα τη σειρά με τα μειονεκτήματά της, αντικειμενικά ήταν πανωλεθρία το τέλος της — ειδικά αν καθίσουμε να αναλογιστούμε πόσο διαφορετικό (βλ. καλύτερο) θα μπορούσε να είναι. Το τελευταίο διπλό επεισόδιο είναι ένα μπερδεμένο χάος, με την αφήγησή του τόσο συμπτυγμένη που αγγίζει την ασυναρτησία. Η ιστορία κινείται με τέτοια ταχύτητα και αποσπασματικότητα ώστε πολλές από τις βασικές αφηγηματικές ιδέες δεν προλαβαίνουν ούτε καν να αναπνεύσουν πόσω μάλλον να αναπτυχθούν.

**Ακολουθούν SPOILERS**

Η κεντρική ιδέα του φινάλε είναι η Δευτέρα Παρουσία και η εκ νέου ενσάρκωση του Ιησού Χριστού. Έχει τεράστια σατιρική και υπαρξιακή δυναμική, αλλά καταλήγει απλώς φόντο για αλλεπάλληλους διαλόγους και subplots που εμφανίζονται και εξαφανίζονται χωρίς ιδιαίτερο βάρος. Το χιούμορ του Good Omens ήταν πάντα στο να απεικονίζει τον Παράδεισο και την Κόλαση σαν δυο δυσλειτουργικούς γραφειοκρατικούς οργανισμούς, που εμπλέκονται στα της ανθρωπότητας μέσω της επιβολής των μικροπρεπών κανόνων ενός υποκριτικού συστήματος. Αναπόφευκτα, λοιπόν, βλέπουμε την ομάδα του Παραδείσου να χάνει τον Μεσσία στη Γη και περιμένεις ότι γύρω από αυτή την ανατροπή θα στραφεί όλη η ιστορία, αλλά φευ…

Το ρόλο του Ιησού κρατά ο συμπεθέστατος Bilal Hasna (Extraordinary) και τον ερμηνεύει ως έναν αφελή ανθρωπάκο που του λείπουν οι 12 κολλητοί του και ακόμη δεν έχει συνέλθει από την όλη φάση “με τα καρφιά και το σταυρό”. Στην πιο αλλόκοτη υποπλοκή της σεζόν, λοιπόν, ο Ιησούς πιάνει φιλίες με έναν παπατζή (αφού δεν ήταν διαθέσιμος ο Φέρμας, πήραν τον Mark Addy), πριν γίνει ιεροκύρηκας στους δρόμους και τελειώσει εκεί η οποιαδήποτε συμβολή του στην ιστορία.

Good Omens finale review – a heavenly cast, but a script from flaming TV  hell | Fantasy TV | The Guardian

Η πρόφαση της αναζήτησης του χαμένου Χριστού, επανενώνει γρήγορα τον Aziraphale με τον Crowley, ο οποίος είναι πια αλκοολικός και μπλεγμένος με κάτι γκάνγκστερ, γιατί -προφανώς- δεν ήταν αρκετά μπλεγμένη η πλοκή με αχρείαστους χαρακτήρες που χαραμίζουν τις ηθοπιάρες που τους παίζουν. Με τα πολλά και με τα λίγα, ο Aziraphale βοηθά τον Crowley να κερδίσει πίσω την Bentley του(ς) από τον αρχιμαφιόζο και οι δυο τους συμφιλιώνονται, ξεχνούν τον απολεσθέντα Υιό του Κυρίου, και στρέφουν την προσοχή τους στη μυστηριώδη εξαφάνιση του Βιβλίου της Ζωής, και στο θάνατο δυο Αρχαγγέλων! Σε μια σκηνή που βάζει τα γυαλιά σε όλες τις ενσαρκώσεις του Sherlock Holmes μαζί, αποκαλύπτεται ότι ο ένοχος βρίσκεται ανάμεσα στα… διοικητικά στελέχη του Παραδείσου που αποφάσισε να σαμποτάρει την επιχείρηση Δευτέρα Παρουσία επειδή– ξέρετε κάτι, τελικά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ούτε αυτό το storyline, οπότε, γιατί να καθήσω να το αναλύσω;

Αυτό που είχε καταλάβει ο Gaiman ήδη από την πρώτη σεζόν και το εκμεταλλεύτηκε στη δεύτερη σεζόν, το ενστερνίστηκαν, όπως ήταν φυσικό, και οι συνεχιστές του: ο David Tennant και ο Michael Sheen κουβαλούν σχεδόν μόνοι τους την ιστορία. Ο Tennant συνεχίζει να παίζει τον Crowley με μια υπέροχη μίξη κυνισμού, θεατρικότητας και κρυμμένης απελπισίας, ενώ ο Sheen δίνει στον Aziraphale μια μελαγχολική αφέλεια που κάνει ακόμη και τις πιο αδύναμες σκηνές να αποκτούν συναισθηματική αξία. Όποτε οι δυο τους μοιράζονται την οθόνη, η σειρά θυμίζει γιατί απέκτησε τόσο φανατικό κοινό εξαρχής.

Το series finale προσπαθεί να χτίσει πάλι πάνω σε αυτό, αλλά λόγω έλλειψης χρόνου κυρίως, μοιάζει παγιδευμένο ανάμεσα σε δύο διαφορετικά είδη σειρών. Από τη μία υπάρχει το μεταφυσικό σατιρικό δράμα για την αποτυχία τόσο των “πάνω” όσο και των “κάτω” γραφειοκρατών. Από την άλλη, είναι μια ρομαντική ιστορία δύο αθάνατων υπάρξεων που αγαπιούνται, αλλά δεν μπορούν να ξεφύγουν από τους ρόλους που τους επιβλήθηκαν. Το πρόβλημα (και ταυτόχρονα το μεγαλύτερο ατού της) είναι ότι η σειρά φαίνεται να ενδιαφέρεται πραγματικά μόνο για το δεύτερο.

Αυτή η μεσοβέζικη κατάσταση, σημαίνει ότι κάθε φορά που το σενάριο απομακρύνεται από τους δυο πρωταγωνιστές, καταρρέει. Όλες οι υποπλοκές μοιάζουν μισοτελειωμένες, οι αποκαλύψεις έρχονται υπερβολικά εύκολα και η υποτιθέμενη “μυστηριώδης” συνωμοσία στους κόλπους του Παραδείσου δεν αποκτά ποτέ πραγματική ένταση. Ακόμη χειρότερα, το χιούμορ — κάποτε βασικό πλεονέκτημα του Good Omens — έχει γίνει αυτάρεσκο. Πολλοί διάλογοι ακούγονται σαν αυτοπαρωδία μιας σειράς που έχει πλέον υπερβολική επίγνωση της διαδικτυακής λατρείας γύρω από τους χαρακτήρες της. Οι ατάκες δεν μοιάζουν αυθόρμητες, μοιάζουν γραμμένες απλά για να γίνουν gifs στο Tumblr.

Prime Video Releases 90-Minute Good Omens Series Finale

Και κάπως έτσι, φτάνουμε έρπειν στην τελευταία πράξη του φινάλε που -όλως περιέργως- είναι και η καλύτερη, τηρουμένων των αναλογιών. Έχουμε μια λεκτική τελική αναμέτρηση ανάμεσα στους Crowley και Aziraphale, και σε δυο ακόμη υπερφυσικά όντα, που ερμηνεύονται από ακόμη δυο απολαυστικούς -αλλά εξίσου χαραμισμένους- guest stars. Καθώς οι 4 χαρακτήρες συνδιαλέγονται για το λόγο ύπαρξης των πάντων, συνειδητοποιώ ότι το Good Omens ανακυκλώνει απλοϊκούς αναστοχασμούς περί θρησκείας, θεολογίας και ανθρώπινης φύσης (και ξεπατικώνει σε πολλά σημεία το προτελευταίο επεισόδιο του Supernatural), μοιράζοντας κυριολεκτικά με το δελτίο ιδέες για το πόσο θαυμαστή είναι η ανθρωπότητα και πόσο πολύ της αξίζει να ζήσει χωρίς το φόβο της ουράνιας κρίσης, και να απολαύσει την περιβόητη ελεύθερη βούληση που της χρωστάνε τόσες χιλιετίες. Το γνώριμο μήνυμα πως οι άνθρωποι είναι “χαοτικοί αλλά υπέροχοι” επαναλαμβάνεται χωρίς ποτέ να εξελίσσεται σε κάτι βαθύτερο ή πιο αιχμηρό.

Κι όμως, παρά όλα τα προβλήματά του, το κλείσιμο κατάφερε να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές μου. Εκεί που η λογική του κοσμικού διακυβεύματος χάνεται, το συναίσθημα σχεδόν πετυχαίνει. Η τελική αντιπαράθεση δεν λειτουργεί ιδιαίτερως καλά ως φιλοσοφική ή δραματική κορύφωση, αλλά η συναισθηματική λύτρωση ανάμεσα στον Crowley και τον Aziraphale έχει ειλικρίνεια. Υπάρχει μια βαθιά θλίψη στην ιδέα δύο υπάρξεων που πέρασαν χιλιάδες χρόνια μαζί και εξακολουθούν να δυσκολεύονται να επιλέξουν ο ένας τον άλλον αντί των συστημάτων που τους διαμόρφωσαν.

Οι Crowley και Aziraphale αναρωτιούνται αν η αγάπη τους μπορεί/πρέπει να υπερνικήσει τις ανάγκες του σύμπαντος και αποφασίζουν από κοινού να τη θυσιάσουν για την ανθρωπότητα. Βέβαια, για να λέμε τα πράγματα ως έχουν, η συγκίνηση που προκαλεί η σκηνή οφείλεται περισσότερο στην ανατριχιαστική εκφραστικότητα των δυο ηθοποιών, παρά στο ίδιο το κείμενο. Και για να είμαι διπλά ειλικρινής, έχω και από αυτή τη σκηνή ένα παράπονο: μου έλειψε πολύ το φιλί που χρωστούσε ο Aziraphale στον Crowley. Για κάποιον λόγο, ίσως όχι και τόσο ανεξήγητο, οι συντελεστές δείλιασαν μπροστά στην σαρκική έκφραση της αιώνιας αγάπης αυτών των δυο όντων (άλλη μια ομοιότητα με το Supernatural). Στη θέση του φιλιού, βέβαια, πήραμε έναν γλυκούλη επίλογο, όπου βλέπουμε τις ανθρώπινες μετενσαρκώσεις των δύο χαρακτήρων να ερωτεύονται ξανά και να περνούν τη υπόλοιπη ζωη τους μαζί — χωρίς να τους βαραίνει κάποιο ηθικό δίλημμα προερχόμενο από την μάταιη μάχη μεταξύ Καλού και Κακού.

Η τραγική ειρωνεία είναι ότι το φινάλε σχεδόν αποδεικνύει πως το Good Omens δεν χρειαζόταν ποτέ πραγματικά την Αποκάλυψη, τους αγγέλους ή τη Δευτέρα Παρουσία. Στις καλύτερές του στιγμές, ήταν απλώς μια ιδιόρρυθμη ιστορία αγάπης ανάμεσα σε δύο ανθρώπους — ή έστω δύο όντα — που προσπαθούν να βρουν μια θέση σε έναν κόσμο γεμάτο κανόνες που δεν βγάζουν νόημα.

Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά η μεγαλύτερη τραγωδία του τέλους του. Όχι ότι είναι κακό με θεαματικό τρόπο, αλλά ότι αφήνει συνεχώς να φαίνεται η καλύτερη, πιο ώριμη και πιο ανθρώπινη σειρά που θα μπορούσε να ήταν, αν οι συνθήκες παραγωγής της ήταν διαφορετικές…

Good Omens 3 Series Finale Ending | Crowley and Aziraphale Married

ΥΓ Αφήστε το Good Omens, και πάρτε τώρα γραμμή από τον επίλογο του επεισοδίου για να φτιάξετε μια σειρά (ή έστω ταινία, δεν είμαι πλεονέκτης) όπου οι David Tennant και Michael Sheen θα παίζουν το ερωτευμένο μεσήλικο ζευγάρι. Καρδούλες ολούθε. <3

Subscribe
Notify of
guest

0 Σχόλια
Oldest
Newest Most Voted

Latest

Περισσότερα Άρθρα